Πρόβλημα ελιτισμού

Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, θα διαπιστώνουμε ότι η αιχμή του δόρατος της νεοδημοκρατικής ρητορικής θα συνοψίζεται στη λέξη «λαϊκισμός». «Ο λαϊκισμός νίκησε» έλεγε την περασμένη Δευτέρα ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στον Σκάι, σχολιάζοντας την υπαναχώρηση του Μακρόν έναντι των «κίτρινων γιλέκων».

Σίγουρα, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε αυτόν τον ιδεολογικά άχρωμο χαρακτηρισμό για να πορευθεί εις ό,τι αφορά το προεκλογικό του μάρκετινγκ. Ποιος είναι, όμως, ο λαϊκιστής; «Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος» θα απαντήσουν κάποιοι. «Η άκρα Δεξιά» θα πουν κάποιοι άλλοι.

Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τάζουν ανέφικτα πράγματα και οι ακροδεξιοί πατούν στο θυμικό του κόσμου. Γιατί, όμως; Μήπως ο Αλέξης Τσίπρας δεν προσπάθησε να επαναδιαπραγματευτεί, όπως υποσχόταν; Ναι, δεν του βγήκε, όμως κάνουν ότι ξεχνούν κάποιοι πως τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ επανεξελέγη. Και αυτή τη φορά, με τη λαϊκή εξουσιοδότηση να εφαρμόσει ένα Μνημόνιο πολύ χειρότερο των προηγούμενων. Ήθελαν όμως κι άλλα πράγματα οι ψηφοφόροι του, με βαθύ ιδεολογικό στίγμα: την αναδιανομή του πλούτου, την αταξική κοινωνία, την καταστροφή της μεσαίας τάξης και τη διεμβόλιση όλων των παραδοσιακών θεσμών της εθνικής κοινωνίας.

Ο Τσίπρας εφήρμοσε την αναδιανομή του πλούτου, υπερφορολογώντας όποιον είχε έστω ένα σκυλόσπιτο, με αποτέλεσμα να οδηγήσει τα σπίτια των Ελλήνων, το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, στο σφυρί. Η μεσαία τάξη, παραδοσιακός εχθρός της Αριστεράς, διελύθη εις τα εξ ων συνετέθη και ο Ελλην νοικοκύρης, από τον εισοδηματία ιδιοκτήτη μέχρι τον μικρομεσαίο επιχειρηματία και επαγγελματία, μετετράπη σε δούλο που εργάζεται και ρισκάρει για να πληρώνει φόρους. Η δε εθνική κοινωνία διεμβολίστηκε από τις ορδές των μεταναστών, χάρη στην εσκεμμένη ανοχή των ερυθρών ολετήρων και στο νομοθετικό όργιο των δικαιωματιστών.

Είναι λοιπόν λαϊκιστής ο Αλέξης Τσίπρας ή μήπως ένας μέτριος μπαλαδόρος, που επί μια τετραετία έβαζε το ένα ιδεολογικό γκολ μετά το άλλο στο άδειο τέρμα της ελιτίστικης αφέλειας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενός πολιτικού ο οποίος επιμόνως αρνείται να αντιπαρατεθεί ιδεολογικά με την κυβέρνηση και την Αριστερά συνολικά;

Η de facto ταύτιση του εθνικισμού με τον λαϊκισμό είναι ίδιον όσων θεωρούν την πηγαία και αυθόρμητη αγάπη για το έθνος και την πατρίδα διαστροφή. Οσων κρίνουν τα εθνικά ανακλαστικά των Ελλήνων ως ιδεοληψία ή ως ευκαιριακή έξαρση, ανάλογη του «Μένουμε Ευρώπη» και του «Όπου να ‘ναι πέφτουν». Και, φυσικά, όσων με επαρχιώτικη αφέλεια ταυτίζονται με το νέο lifestyle που η ισοπεδωτική πολιτική ορθότης επιβάλλει. Ο κατεξοχήν λαϊκισμός είναι ο ίδιος ο ελιτισμός. Είναι η πολιτική συμπεριφορά που δεν θεωρεί απαραίτητο το να τεκμηριώσει την πολιτική την οποία ευαγγελίζεται και απαντά στα «γιατί;» των πολιτών, εμμέσως πλην σαφώς, με το «γιατί εμείς ξέρουμε καλύτερα».

Οι «Μαρίες Αντουανέτες» της ελληνικής πολιτικής σκηνής, όμως, αργά ή γρήγορα, δεν θα διαφύγουν του πεπρωμένου τους.