Η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ. με τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα στην Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας του Λουκά Παπαδήμου, δημιούργησε σωρεία ερωτηματικών αλλά και συζητήσεων, ως προς το αν αυτή η απόφαση ήταν σωστή. Και μπορεί κάποιοι να την απέδωσαν στην όποια ματαιοδοξία του προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ. και στην εμμονή του να είναι «παίκτης» εντός συστήματος, όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Πριν λοιπόν κάποιος γυρίσει να πει, ότι ο Γιώργος Καρατζαφέρης διέγραψε το κεντρικό του σύνθημα, το οποίο εδώ και δέκα χρόνια ήταν η «Ρήξη και Ανατροπή», καλό θα ήταν σταθούμε δίπλα του για να μπορέσουμε να δούμε τι είχε απέναντί του. Κι αυτό δεν ήταν άλλο από μία τεράστια πρόκληση, όχι απαραιτήτως ευχάριστη, αλλά ικανή να σύρει τον καθένα σ’ ένα έργο τρόμου, όπου τα ποσοστά ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσέρ, ενώ τα εσωτερικά προβλήματα ξεφυτρώνουν εις διπλούν σαν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας.

Σωστά μαντεύουν κάποιοι, ότι την ίδια πρόκληση αντιμετώπισε και ο Αντώνης Σαμαράς, μόνο που γι’ αυτόν είναι σίγουρα δυσάρεστη από την πρώτη κιόλας μέρα που συμμετείχε στην κυβέρνηση, έχοντας καταφέρει μέσα σε μία εβδομάδα να διαγράψει δύο βουλευτές από την κοινοβουλευτική του ομάδα, έναν από το κόμμα και τέσσερις από τα ψηφοδέλτια των επομένων εκλογών. Αντιθέτως, ο Γιώργος Καρατζαφέρης κατάφερε να δαμάσει ή και να αποφύγει εντελώς τις όποιες αντιδράσεις, ενώ και τα ποσοστά του παραμένουν στην χειρότερη περίπτωση στο ίδιο επίπεδο με εκείνα του 2009, που τον έστειλαν στην βουλή ενισχυμένο με 15 βουλευτές.

Κι αν η πρόκληση για τον Αντώνη Σαμαρά ήταν να μεγαλώσει με την συναινετική του «κωλοτούμπα» την ψαλίδα από το καταβαραθρωμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ., κυνηγώντας την αυτοδυναμία – εδώ γελάνε, για τον Γιώργο Καρατζαφέρη η πρόκληση ήταν τετραπλή. Να στηρίξει μια πολυκομματική προσπάθεια για την σωτηρία της χώρας μας, να περικυκλώσει την λαϊκή βάση της Νέας Δημοκρατίας, να δείξει ότι μπορεί να κυβερνά και να βγάλει οριστικώς και αμετακλήτως και το δεύτερό του πόδι από το περιθώριο στο οποίο πατούσε.

Την ώρα λοιπόν που η Νέα Δημοκρατία βασανίζεται από τους αλληλοσπαραγμούς Σαμαρικών, Καραμανλικών και Ντοράκιδων, γεννώντας την αγωνία στους ψηφοφόρους της και χωρίς να παίζει ηθελημένα ουσιαστικό ρόλο στην κυβέρνηση Παπαδήμου, το ΛΑ.Ο.Σ. διατηρεί την συνοχή του, έτοιμο για σύγκρουση μέσα από νευραλγικά πόστα. Την ώρα που ο κυβερνητικός ρόλος των γαλάζιων υπουργών θα εξαντλείται σε εθιμοτυπικές επισκέψεις σε στρατόπεδα, σε τσούγκρισμα αυγών με φαντάρους – ναι, θα τα τσουγκρίσει και τα αυγά – και σε διεθνείς αποστολές για το θεαθήναι, οι υπουργοί του Καρατζαφέρη θα διαπραγματεύονται με τους Σταμουλοκολλάδες, τους Θύμιους και το βαθύ ΠΑ.ΣΟ.Κ., που προσπαθεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του.

Συγχρόνως, δεν είναι οι εθνικοπατριωτικές κορώνες του Φαήλου ή του Καμμένου που προκαλούν τα ρήγη στην αριστερά, αλλά η υπουργοποίηση των μεγάλων της πολεμίων. Ο κ. Τσίπρας και η κ. Αλέκα δεν ενοχλήθηκαν από την υπουργοποίηση του κ. Αβραμόπουλου ούτε απ’ αυτήν του κ. Δήμα. Έκλαψαν όμως με μαύρο δάκρυ εντός κι εκτός κοινοβουλίου, γραπτώς και προφορικώς που η 17η Νοεμβρίου βρήκε τον Βορίδη στην εξουσία.

Μπορεί αυτή η κυβέρνηση να είναι προϊόν συναινέσεως, έγινε όμως για να συγκρουσθεί και όχι για να χαϊδέψει αυτιά. Και σ’ αυτήν την σύγκρουση ο Καρατζαφέρης έβαλε πλάτη, ενώ ο Σαμαράς κάνει εξ’ αρχής λευκή απεργία, αποδεικνύοντας πόσο αδύναμος είναι να πραγματοποιήσει το νέο ’21 που διακηρύσσει. Η Νέα Δημοκρατία με την στάση της κατάφερε μέσα σε μία εβδομάδα να δείξει ότι σ’ αυτήν την έρμη χώρα, μπορούν να συμβούν και χειρότερα από τον ΓΑΠ. Αντιθέτως, ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός τραβάει την ανηφόρα για να γίνει κόμμα εξουσίας και ήδη ως τέτοιο αντιμετωπίζεται απ’ όλους, πλην του ευπατρίδου κ. Σαμαρά φυσικά. Άλλωστε, το ΛΑ.Ο.Σ. είναι το μόνο κόμμα που όποτε το θελήσει μπορεί να ρίξει αυτήν την κυβέρνηση, πράγμα που το καθιστά απόλυτο ρυθμιστή των εξελίξεων.