Τα μαχαιρώματα δίνουν και παίρνουν στην δεξιά. Όλοι σχεδόν έχουν υπάρξει και Βρούτοι και Καίσαρες

Γράφει ο Παναγιώτης Δούμας

Πριν αρκετά χρόνια, ώντας ακόμη μέλος ενός πολύ μικρού κόμματος, του Ελληνικού Μετώπου, που μετά βίας συνεκέντρωνε ποσοστά υποπενταπλάσια της μονάδος, σκεφτόμουν πόσο σημαντικό θα ήταν για την δεξιά να διαμορφώσει έναν κομματικό χάρτη σαν κι αυτόν της αριστεράς. Να μην ταυτίζεται δηλαδή ο όρος «δεξιά» με ένα κόμμα εξουσίας και να αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερο μία παράταξη. Για να γίνει αυτό όμως, θα έπρεπε να υπάρχουν ισχυρές εναλλακτικές, με την ισχύ να είναι ανάλογη των πιθανοτήτων εκλογής στο ελληνικό κοινοβούλιο. Λίγο μετά, εγώ και αρκετοί συναγωνιστές μου εγκαταλείψαμε μία προσπάθεια δεκαετίας για να κυνηγήσουμε το όνειρο της εκλογής εθνικιστών στο ελληνικό κοινοβούλιο, εντασσόμενοι στο ΛΑ.Ο.Σ. του Γιώργου Καρατζαφέρη.

Για την απόφασή μας αυτή, η οποία ήταν συλλογική, επικριθήκαμε από αρκετούς συναγωνιστές μας, πολλοί εκ των οποίων δεν δίστασαν να μας αποκαλέσουν προδότες των ιδεών μας. Η διακήρυξη που είχαμε ψηφίσει, η οποία μιλούσε ουσιαστικά για ένα σχέδιο δημιουργίας ενός ισχυρού μετώπου εθνικής αντιπολιτεύσεως μέσα από τις τάξεις του ΛΑ.Ο.Σ. δεν έπειθε πολλούς. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης ήταν ένας άνθρωπος του συστήματος, που είχε διαγραφεί από την Νέα Δημοκρατία για λόγους μη ιδεολογικούς και απλά χρησιμοποίησε τους επικοινωνιακούς του μηχανισμούς για να καταλάβει έναν ορφανό – ή ακόρεστο, αν θέλετε – πολιτικό χώρο, αυτόν που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ευρύτερο πατριωτικό χώρο». Ευνοούμενος και από την πολιτική του μεσαίου χώρου του Κώστα Καραμανλή, είχε καταφέρει σε σύντομο χρονικό διάστημα να συσπειρώσει όλον εκείνον τον κόσμο, στον οποίον εμείς απευθυνόμαστε, χάρις στο κανάλι του και σ’ ένα λαϊκό και λαϊκιστικό προφίλ, εντελώς ασύμβατο με αυτό που εμείς καλλιεργούσαμε ως κόμμα ή ομάδα και που επροσωποποιείτο στην φυσιογνωμία και τον συγκροτημένο λόγο του Μάκη Βορίδη. Ακόμη και η αισθητική του ήταν για κάποιους από εμάς όχι απλά ενοχλητική, αλλά εχθρική.

Χρειάστηκε να περάσουν μόνον δύο χρόνια και η εθνική αντιπολίτευση στο ελληνικό κοινοβούλιο ήταν γεγονός. Από εμάς βέβαια, είχε εκλεγεί μόνον ένας, ο Μάκης Βορίδης. Όμως στην πραγματικότητα η πατριωτική παρουσία συμπληρωνόταν από πρόσωπα με σαφή πατριωτική ταυτότητα, όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Θάνος Πλεύρης, ο Ηλίας Πολατίδης και ο Κυριάκος Βελόπουλος. Πλην του Θάνου Πλεύρη, του νεωτέρου βουλευτού του κόμματος και του Μάκη Βορίδη που συμπλήρωνε ήδη στα 43 του μία τριακονταετή παρουσία στον πατριωτικό χώρο, οι άλλοι τρεις ήταν κι αυτοί «άσωτοι υιοί» του δικομματισμού, με τον Κυριάκο Βελόπουλο να προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, έχοντας κάνει και το πέρασμά του από την Νέα Δημοκρατία, τον Ηλία Πολατίδη να προέρχεται από την Νέα Δημοκρατία και τον Άδωνι Γεωργιάδη να έχει ξεκινήσει από την γαλάζια ΟΝΝΕΔ, μεσολαβούντος ενός περάσματος από την Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά.

Αντίστοιχες «άσωτες» και «προδοτικές» πορείες είχαν διαγράψει και τα περισσότερα μέλη της τότε κοινοβουλευτικής ομάδος και ακόμη περισσότερο όσα συμπλήρωσαν την επόμενη, το 2009. Αναμφισβήτητα, το ΛΑ.Ο.Σ. ήταν και είναι ένα κόμμα «ασώτων», κυρίως νεοδημοκρατών. Ο δε πρόεδρός του, εμμένοντας στην ανάγκη αποδοχής του από το σύστημα μετέτρεψε – άθελά του ίσως – το κόμμα του σε ένα είδος κάδου απορριμμάτων της Νέας Δημοκρατίας, πριμοδοτώντας οιονδήποτε προήρχετο από αυτήν, ασχέτως του γιατί. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης ήθελε να ξεπλύνει την ρετσινιά του ακροδεξιού και, όπως πολύ παραστατικά ο ίδιος λέει, μετέτρεψε το κόμμα του σε ένα πλυντήριο ακροδεξιών στελεχών, τα οποία έλουζε με μπόλικη λευκή σκόνη, εμπεριέχουσα μπλε και πράσινους κόκκους.

Αποτέλεσμα αυτού βέβαια, ήταν οι προερχόμενοι από «ακροδεξιά» σχήματα να… μπαίνουν στο πλύσιμο και να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από έναν προσωποπαγή μηχανισμό, που συγκέντρωνε όλο και περισσότερους ασχέτους με τα εθνικά ιδεώδη και λειτουργούσε πρακτικά ως ένα τεράστιο πολιτικό γραφείο του προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ. ή – αν θέλετε – ως μία αυλή σφουγγοκωλαρίων, η οποία ως αυλάρχη δεν είχε κάποιο στέλεχος με πολιτική βαρύτητα, αλλά την επίσης προερχόμενη από την Νέα Δημοκρατία γραμματέα του Προέδρου. Μάλιστα, ο Γιώργος Καρατζαφέρης την είχε διορίσει και στο «βαρύ» πολιτικό συμβούλιο του κόμματος, βάζοντάς την ισότιμα δίπλα στους βουλευτές, αλλά και σε άλλες εμβληματικές φυσιογνωμίες του πατριωτικού χώρου, όπως ο Κώστας Καρδαράς.

Ο εθνικός χαρακτήρας ωστόσο του ΛΑ.Ο.Σ. δεν καθοριζόταν ουσιαστικά από τα όργανά του, αλλά από το ειδικό βάρος των προσωπικοτήτων που διεκρίνοντο. Κι αυτές, παρά τις έντονες προσπάθειες του προέδρου του, δεν ήταν οι γαλάζιοι αυλικοί του, αλλά οι εθνικά σκεπτόμενοι βουλευτές του, τους οποίους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επανειλημμένως υπονόμευε, εμμέσως ή αμέσως. Δεν χρειάζεται να ξαναπεριγράψουμε το φιάσκο των περιφερειακών εκλογών του 2010. Κι αν ο Γιώργος Καρατζαφέρης είχε την έγνοια του ξεπλύματος της «ντροπής» του εθνικιστικού παρελθόντος του Βορίδη και των οικογενειακών καταβολών του Πλεύρη, η πεντάδα των πατριωτών μπόρεσε εύκολα διά της κοινοβουλευτικής και δημοσίας παρουσίας της να ξεπλύνει τα ασυμβίβαστα για την διαμορφούμενη ταυτότητα του κόμματος, όπως το ζήτημα της στρατεύσεως του εκπροσώπου τύπου Κωστή Αϊβαλιώτη, ενός νεοδημοκράτη, ο οποίος μάταια εδώ και χρόνια προσπαθεί να αφήσει την σφραγίδα του στην κοινή γνώμη, ξεκινώντας όλα τα δελτία τύπου με την φράση: «Ο εκπρόσωπος τύπου του κόμματος Κωστής Αϊβαλιώτης είπε», συνοδευομένης από εξυπνάδες και ποιηματάκια – κακέκτυπα της προεδρικής ευρηματικότητος.

Παρά όμως τον εθνικό χαρακτήρα που του προσέδιδαν κάποια στελέχη του, το ΛΑ.Ο.Σ. ήταν και είναι ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα, με αυτήν του την πολυσυλλεκτικότητα να στριμώχνεται σε μονοψήφια και συχνά κάτω του 5% ποσοστά. Αυτό, εν τέλει, δεν ήταν ακούσιο, αλλά εσκεμμένο. Επιβεβαίωνε απλά αυτό που είχε πει ο αναπληρωτής πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ., πρέσβης (ε.τ.) Γεώργιος Γεωργίου στους «Φακέλλους» του Παπαχελά, λίγο μετά την εκλογή 10 βουλευτών του ΛΑ.Ο.Σ. το 2007: «Καλύτερα 5% και στο παιχνίδι, παρά 10% και στη γωνία.» Και όντως, κάνοντας σήμερα έναν απολογισμό, υπό μίαν έννοιαν, θα έπρεπε όλοι να είναι ευχαριστημένοι. Το μέτωπο εθνικής αντιπολιτεύσεως που ήθελαν οι «Μετωπικοί» του Μάκη Βορίδη είχε πια διαμορφωθεί, ενώ το κόμμα βρισκόταν στο 5% και ήταν στο παιχνίδι, με κυβερνητική μάλιστα παρουσία.

Αυτή όμως η κυβερνητική παρουσία και όσα οδήγησαν σ’ αυτήν ήταν η αιτία για να ξεδιπλωθούν όλες οι παθογένειες της δεξιάς και δη της πατριωτικής. Ακόμη ειδικότερα αυτές του πατριωτικού χώρου και των εθνικιστών. Από το 1994 που οι συνασπισμένοι εθνικιστές του πάλαι ποτέ ΕΝΕΚ και της Νεολαίας ΕΠΕΝ του Βορίδη μέχρι το 2010 του μνημονίου είχαν γίνει πολλοί συμβιβασμοί. Συμβιβασμό μπορεί να αποτελούσε για κάποιους η αποδοχή του κοινοβουλευτισμού ως πολιτικού μονοδρόμου, για κάποιους άλλους η εξάλειψη του φυλετισμού από τον πολιτικό και δημόσιο λόγο, για άλλους πάλι η συμμετοχή σε πολυσυλλεκτικά σχήματα σαν αυτό του ΛΑ.Ο.Σ. Εκείνο όμως, στο οποίο κανείς μέχρι το 2010 δεν είχε συμβιβαστεί και που αποτελούσε ζήτημα ταμπού με την προειδοποιητική πινακίδα «μην εγγίζετε» ήταν η θέση για την οικονομία.

Ο Μάκης Βορίδης άνοιξε το κουτί της Πανδώρας με την τοποθέτησή του στην βουλή το 2010 και την τεκμηρίωση που έδωσε για την υπερψήφιση του Μνημονίου. Η βαθιά τομή που χάραξε την ελληνική κοινωνία έτεμνε πλέον και τον πατριωτικό χώρο: Αντιμνημονιακοί και Μνημονιακοί. Δυο χρόνια αργότερα, ένας άλλος «άσωτος» και «προδότης», ο Αντώνης Σαμαράς έπραττε με αισθητή καθυστέρηση το ίδιο στην Νέα Δημοκρατία.

Το τι ακολούθησε είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Ο χάρτης της ελληνικής δεξιάς ανασχηματίστηκε εν ριπή οφθαλμού σε κοινοπολιτεία των «ασώτων». Στο αριστερότερο άκρο της δεσπόζει μια «άσωτη», η Ντόρα Μπακογιάννη, ενώ η Νέα Δημοκρατία του μεταμεληθέντος «ασώτου» Σαμαρά υποδέχεται τους «ασώτους» υιούς του ΛΑ.Ο.Σ., Μάκη Βορίδη και Άδωνι Γεωργιάδη για να σφραγίσει την νέα δεξιόστροφη και εθνικοπατριωτική πορεία της. Ο παλαιός «άσωτος» Καρατζαφέρης απευθύνεται στους «ασώτους» και έως σήμερα αμετανόητους ακροδεξιούς, που δεν έμπαιναν στο πλυντήριό του, για να του ξεπλύνουν τους συστημικούς λεκέδες που κληρονόμησε από την κυβερνητική του παρουσία, ενώ ένας άλλος «άσωτος», ο Πάνος Καμμένος προσπαθεί να συσπειρώσει τους ουκ ολίγους «ασώτους» της Νέας Δημοκρατίας. Ακόμη και η Χρυσή Αυγή προελαύνει προς το κοινοβούλιο, προδίδοντας την μέχρι πρόσφατα αυστηρά ακτιβιστική συνταγή της, στρογγυλεύοντας τον λόγο της και προετοιμάζοντας την συμβατότητά της με το ευρύτερο σύστημα.

Η τράπουλα έχει ανακατευτεί πάρα πολύ και θα ανακατευθεί ακόμη περισσότερο. Κανείς δεν δικαιούται πια να μιλάει ούτε για κωλοτούμπες ούτε για προδοσίες ούτε φυσικά και για συμβιβασμούς. Όλοι οι σχηματισμοί της δεξιάς αλλάζουν θέση, ταυτότητα και σύνθεση και το ζητούμενο είναι, αν στην νέα δεσπόζουσα αντίληψη θα κυριαρχήσει ο πραγματικός πατριωτισμός έναντι της όψιμης και λαϊκιστικής πατριδοκαπηλίας. Είναι η ίδια μάχη που δίνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της κοινωνίας. Η μάχη ανάμεσα στην λογική και το χάος, ανάμεσα στο πραγματικό εθνικό συμφέρον και στην εθνική αυτοκτονία. Και για να μην παρεξηγηθώ, η μάχη αυτή δεν θα δοθεί μόνον μεταξύ των κομμάτων αλλά και μέσα σ’ αυτά. Κοσμογονία!