Ο «σακάτης» Σόιμπλε και οι σακάτες «Έλληνες»

Δημοσιεύθηκε: 16 Φεβρουαρίου 2012 Συντάκτης: Παναγιώτης Δούμας Κατηγορίες: ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΟΥΜΑΣ
Ετικέτες: , , , ,

Δεν είναι ευχάριστη δουλειά να κάνει κανείς τον συνήγορο του διαβόλου. Σε παρεξηγούν εύκολα, όπως παρεξηγήθηκαν και όλοι όσοι υπερασπίστηκαν σήμερα στο «twitter» τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, όταν επανειλημμένως και επιμόνως η Σοφία Δίμτσα τον αποκαλούσε… σακάτη. Αμφιβάλλω όμως ειλικρινά, αν π.χ. ο Αδόλφος Χίτλερ απεκάλεσε ποτέ τον Ρούσβελτ «σακάτη», έστω και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις του με τους συντρόφους και φίλους του.

Η κυρία Δίμτσα δεν πτοείται, ακόμη και όταν τις επιτίθενται διάφοροι μέχρι σήμερα θαυμαστές της.

Ο λόγος είναι απλός. Ο «σακάτης» δεν είναι κάποιος από τους γύφτους που καβαλάνε κάτι καροτσάκια στην συμβολή Καλλιρρόης (που τη θυμήθηκα κι αυτήν) και Βουλιαγμένης και όταν ανάβει πράσινο το παίρνουν στην πλάτη για να μην τους πατήσει κανείς. Ούτε φυσικά είναι κανένας ανάπηρος, απ’ αυτούς που καταρρέουν ψυχικά και βγάζουν όλα τ’ αποθυμένα τους σε όποιον βλέπουν μπροστά τους. Όχι πως αυτός αξίζει να αποκαλείται έτσι και να υφίσταται τα σχόλια της μεγαλόσχημης κυρίας Δίμτσα, αλλά εν πάσει περιπτώσει, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν είναι τυχαίος.

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε γεννήθηκε το 1942 στο Φράιμπουργκ της Βάδης Βυρτεμβέργης. Ήταν ο δεύτερος από τους τρεις γιους του λογιστή και τοπικού στελέχους της CDU, Καρλ Σόιμπλε και της Γκέρτρουντ Γκέρινγκ. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια του Φράιμπουργκ και του Αμβούργου και το 1971 ανακηρύχθηκε σε δόκτορα της νομικής επιστήμης και διορίσθηκε από το κρατίδιο της Βάδης – Βιρτεμβέργης στην διοίκηση των φορολογικών υπηρεσιών. Από το 1978 μέχρι και το 1984 άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στο Όφενμπουργκ.

Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με την CDU το 1972 και αποτελεί τον βουλευτή με την δεύτερη πιο μακροχρόνια παρουσία στο γερμανικό κοινοβούλιο, έχοντας συμπληρώσει 40 χρόνια. Το 1984 ο Χέλμουτ Κολ του εμπιστεύτηκε την θέση του υπουργού παρά τω πρωθυπουργώ και ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε την να προετοιμάσει την ιστορική υποδοχή του προέδρου της Ανατολικής Γερμανίας το 1987. Μετά από έναν ανασχηματισμό, το 1989 έγινε υπουργός Εσωτερικών, θέση από την οποία ήταν αρμόδιος να διαπραγματευθεί και να διαχειριστεί την συνθήκη ενώσεως των δύο Γερμανιών το 1990.

Το 1997, ανακηρύχθηκε διά στόματος Χέλμουτ Κολ ο διάδοχος του Καγκελαρίουτ της Ενώσεως στην ηγεσία της CDU. Ωστόσο, έπρεπε πρώτα να ηττηθεί ο Χέλμουτ Κολ από τον Γκέραρντ Σρέντερ, για να αναλάβει τα νέα καθήκοντά του μετά τις εκλογές του 1998.

Το 2004 μεγάλη μερίδα των στελεχών του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και Βαυαρών Χριστιανοσοσιαλιστών (CSU) τον πρότεινε για υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, λόγω της τεραστίας πολιτικής του εμπειρίας, κάτι όμως που δεν τελεσφόρησε ούτε τότε ούτε και πριν τις προεδρικές εκλογές του 2010.

Το 2005 ανέλαβε και πάλι το πόστο του υπουργού Εσωτερικών υπό την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ. Κατά την λήξη της θητείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2009, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε πρόβαλε επανειλημμένως ως το φαβορί για την διαδοχή του μέχρι τότε Γερμανού Επιτρόπου, Γκίντερ Φερχόιγκεν. Ωστόσο, προτίμησε να παραμείνει στο πόστο του και να συμμετάσχει και στην δεύτερη κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Οικονομικών και χαίροντας μέχρι και σήμερα μεγάλης αποδοχής από τους Γερμανούς πολίτες.

Έξι εβδομάδες μετά την επίθεση, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλα εξέρχεται σε αναπηρική καρέκλα από το νοσοκομείο. Έκτοτε θα μείνει για πάντα πάνω σ' αυτήν την καρέκλα, αλλά θα συνεχίσει να κυβερνά και να είναι δημοφιλής.

Σταθμός στην ζωή και την ιστορία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν η απόπειρα δολοφονίας του στις 12 Οκτωβρίου του 1990, κατά την διάρκεια μίας προεκλογικής συγκεντρώσεως στην περιοχή του Φράιμπουργκ, από έναν ψυχοπαθή. Ο δράστης τον πυροβόλησε τρεις φορές από πίσω με ένα τριανταοκτάρι ρεβόλβερ «Smith & Wesson». Μία σφαίρα βρήκε τον αυχένα του, μία την σπονδυλική του στήλη και άλλη μία πέτυχε τον σωματοφύλακά του Κλάους Ντίτερ Μιχάλσκι. Από τότε ο Σόιμπλε έχει παραλύσει από το τον τρίτο σπόνδυλο και κάτω και κυκλοφορεί με αναπηρική καρέκλα.

Ο δράστης, Ντίτερ Κάουφμαν διαγνώστηκε ότι έπασχε από παρανοϊκή – παραισθητική σχιζοφρένεια (μανία καταδιώξεως). Για τον λόγο αυτό, κρίθηκε από το δικαστήριο αθώος και παραπέμφθηκε σε ψυχιατρική κλινική. Στις 12 Οκτωβρίου του 1995, πέντε ακριβώς χρόνια μετά την απόπειρα, ο Κάουφμαν ζήτησε δημοσίως μέσω του ραδιοφώνου συγγνώμη από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αφού πρώτα είχε αφεθεί ελεύθερος το 2004.

Έκτοτε, ο Σόιμπλε είναι μέλος του Γερμανικού Ιδρύματος Παραπληγικών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Ερευνητικού Παραπληγιολογίας της Ζυρίχης.

Γι’ αυτόν τον «κακομοίρη» η κυρία Δίμτσα, που τέλειωσε την Νομική Αθηνών, το εφαλτήριο αυτών που κάψαν πριν μερικές ημέρες την Αθήνα, τη σχολή στην οποία διδάσκει ο άλλος Νέρων της Αθήνας προ του Παπουτσή, Πάκης Παυλόπουλος και πολλοί άλλοι φωτοβόλοι σύγχροινοι φωστήρες του έθνους μας, και εν συνεχεία ενετάχθη στην πεφωτισμένη ομάδα του MEGA, τον αποκαλεί «σακάτη».

«Σακάτη» τον αποκαλούν βέβαια και πολλοί άλλοι, ιδίως εκ της αριστεράς ορμώμενοι και εν γένει όψιμοι υπερασπισταί της «εθνικής ανεξαρτησίας» αλλά και της «Μακεδονίας», των «Μακεδόνων», των λαθρομεταναστών που κάνουν πλιάτσικο στα μαγαζιά μας και του «αγανακτισμένου λαού», που θεωρεί το πρόβλημα ταξικό και όχι φυσικά εθνικό.

Αν ψάξει κανείς πραγματικά θα διαπιστώσει ότι ο κ. Σόιμπλε, ο «σακάτης», σε τελική ανάλυση έχει βάλει και πλάτη στην χώρα μας, αλλά το πιο σημαντικό του επίτευγμα είναι ότι με την πίεση που ασκεί ρίχνει τις μάσκες των «ανθρωπιστών», των αιφνιδίως προκυψάντων υπερασπιστών της «εθνικής κυριαρχίας» και όλων των ισταμένων εντός εισαγωγικών… «Ελλήνων» και διανοητικώς αναπήρων που αποτελούν την «ελίτ» αυτής της χώρας.

  1. Ο/Η Ιορδάνης Δεμέστιχας λέει:

    O λόγος που η πλειοψηφία των Ελλήνων βλέπει το πρόβλημα ως ταξικό και όχι εθνικό είναι επειδή βλέπει αυτούς που μιλάνε για το εθνικό συμφέρον (ΛΑΟΣ κλπ) να κυβερνούν μαζί με τον Παπαδήμο.