Του Παναγιώτη Δούμα

Μου φαίνεται εξαιρετικά απλό και αναμενόμενο, αλλά σε αρκετούς δεν είναι κατανοητό, ότι η εκλογή Κυριάκου Μητσοτάκη διπλασιάζει το εμβαδόν της ερήμου που χωρίζει την καθαρά κεντρώα πλέον Νέα Δημοκρατία από το σκοτεινό και λιμνάζον περιθώριο της Χρυσής Αυγής. Και για να μην θεωρήσει κανείς ότι οι χαρακτηρισμοί είναι τζάμπα, να τους αιτιολογήσω:

Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κεντρώο κόμμα. Οτιδήποτε έχει σχέση με δεξιά έχει το «Volume» στο μηδέν. Οι Σαμαρικοί εξαφανισμένοι. Ο Βορίδης δεν κουνιέται και δεν δείχνει διατεθειμένος να ακουστεί και πολύ στο επόμενο διάστημα, αντιλαμβανόμενος ότι μετά την εποχή Μητσοτάκη λογικά η ΝΔ, όποτε κι αν συμβεί αυτό θα επανέλθει σε δεξιά τροχιά. Ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι Αντιπρόεδρος, αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε ακριβώς με τι αρμοδιότητα. Κάποιος πολύ εύστοχα είπε ότι είναι ο πρώτος «Επίτιμος Αντιπρόεδρος» στην πολιτική ιστορία της χώρας. Ο πιο «ιντερνετικός» αλλά πολυγραφότατος Φαήλος Κρανιδιώτης είναι πλέον εκτός κόμματος. Η ΝΔ σίγησε στο «μακεδονικό» ατόπημα του Μουζάλα, ενώ και στο μεταναστευτικό ακολουθεί την «μετριοπαθή» ευρωπαϊκή πεπατημένη του «δεν μας νοιάζει αν θα τον φάμε, αρκεί να ξέρουμε από ποιον».

Για την Χρυσή Αυγή, τι να πει κανείς; Είναι πασιφανές ότι φρονίμεψε ξαφνικά από τον Ιανουάριο του 2015 και παρ’ όλο που το μεταναστευτικό είναι το μαγικό φίλτρο για αυτήν, ακούμε γι’ αυτήν, όποτε ο Κασιδιάρης τσακώνεται με αστυνομικούς που διακόπτουν την ομαλή διεξαγωγή εκδηλώσεων, μνημοσύνων κ.ο.κ. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Αλλά δεν με νοιάζει κιόλας, καθώς δεν θεωρώ την Χρυσή Αυγή δεξιό κόμμα. Η Χρυσή Αυγή είναι ένα λαϊκιστικό μόρφωμα με δομές οπαδικών συνδέσμων και με ανάλογα κυκλώματα να την απαρτίζουν και να λυμαίνονται τις ελπίδες των αφελών και ρομαντικών που την εμπιστεύονται. Το γεγονός δε ότι η συνταγή που ακολουθεί κρατά τα ποσοστά της σε ένα ασφαλές ελάχιστο, μαρτυρά ότι το συνέδριο που διεξάγει αυτό το Σαββατοκύριακο δεν θα επιτύχει να της αλλάξει πλεύση.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι το πολιτικό πεδίο, το επονομαζόμενο «Ελληνική Δεξιά» είναι απολύτως κενό. Γιατί; Διότι πολύ εκλαϊκευμένα, Δεξιά σημαίνει Έθνος και Ελευθερία και στην Ελλάδα, οι φορείς που πιστεύουν στο Έθνος δεν πιστεύουν στην Ελευθερία, ενώ αυτοί που πιστεύουν στην Ελευθερία δεν πιστεύουν στο Έθνος. Στις παρυφές αυτής της πολιτικής εκτάσεως φυτοζωούν όπως τα βρύα και οι λειχήνες διάφορες πρωτοβουλίες, οι οποίες, όπως έχω επανειλημμένως αναφέρει, θα παραμένουν πάντοτε στις παρυφές και δεν θα καταφέρουν ποτέ να καταλάβουν όλο το πεδίο για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τολμούν να ταυτιστούν με αυτό. Πρόκειται για κινήσεις με εθνικό χαρακτήρα, που έχουν ταυτίσει την δεξιά με την Νέα Δημοκρατία, υιοθετώντας απλά την ρητορική της Αριστεράς.

Να ξεκαθαρίσουμε όμως και κάτι άλλο. Αυτό το πεδίο είναι κενό πολιτικά, επειδή δεν υπάρχουν πολιτικοί άξιοι να το καταλάβουν. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν είναι έφορο, δεν είναι πλούσιο και δεν έχει προοπτική. Όταν μιλάμε για πολιτικό πεδίο, μιλάμε για κόσμο. Για κόσμο, ο οποίος πιστεύει σε κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, πιστεύει και στο Έθνος και στην Ελευθερία. Και εφόσον δεν υπάρχουν εκπρόσωποι που θα εκφράσουν και τα δύο αυτά ιδανικά, επιλέγουν είτε τους μεν είτε τους δε, κάνοντας ο καθένας την έκπτωσή του. Άλλος στο Έθνος και άλλος στην Ελευθερία. Μ’ άλλα λόγια, όλοι αυτοί διαμοιράζονται στην Νέα Δημοκρατία, στην Χρυσή Αυγή, στους ΑΝΕΛ και στα κόμματα υπό την μονάδα.

Και τι γίνεται στην ακαλλιέργητη γη, όσο καλή και εύφορη κι αν είναι; Φυτρώνουν τα παράσιτα. Άχρηστα ζιζάνια, άτακτα, ανομοιόμορφα και άσχημα. Κι επειδή αυτά δεν κωλώνουν πουθενά, αυτοπροσδιορίζονται όπως να ‘ναι, αρκεί να εγκλωβίσουν κάποιους λίγους αφελείς, που θα τα βοηθήσουν επιβιώσουν.

Ένα τέτοιο παράσιτο απειλεί να ανακαταλάβει την παρατημένη στην τύχη της ελληνική δεξιά. Για άλλη μια φορά, να τους «ενώσει όλους» και να τους κρύψει τον ήλιο όλων μαζί για να εξασφαλίσει το δυναμικό «comeback» του. Είναι δε τόσο περίσσιο το θράσος του, που η πρόταση που ρίχνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τα πρόσωπα που συνδιαλέγεται είναι: «Θα διοικούμε οι δυο μας (σ.σ. αθροιστικά οι δύο είναι ίσαμε και είκοσι δύο) με εμένα αρχηγό και μόλις εκλεγώ ευρωβουλευτής αποχωρώ και βρείτε τα με τους άλλους». Αυτά προτείνει ο θρασύτατος αυτός βρικόλακας. Το πολιτικό ζόμπι, που ο λόγος του έχει αξία όσο ένα μεταχειρισμένο κωλόχαρτο. Άκουσα μάλιστα ότι όσοι εκ των συνομιλητών του είναι εξίσου ορμώμενοι εκ των πολιτικών ησυχαστηρίων έχουν εν λευκώ συνταχθεί μαζί του, συγκροτώντας μία διμοιρία νεκρών, συντηρημένη στην μιντιακή φορμόλη εκπομπών τύπου Παπαδάκη και τηλεοπτικών πάνελ «εναλλακτικών» καναλιών με συνομιλητές των Mister Εθνικά Μπούτια και κακέκτυπα – ναι, κακέκτυπα – της Μαρίας Λουκά.

Κρίμα. Οι ψήφοι που ο χώρος αυτός δανείζει από ‘δω κι από ‘κει εδώ και δεκαετίες είναι αρκετές για να κυβερνήσει την Ελλάδα. Κι όμως, το γεγονός ότι οι άνθρωποι που τον απαρτίζουν έχουν επιλέξει να ταυτίζουν κι όχι απλά να συνδυάζουν το Έθνος με την Ελευθερία, ως κορυφαία ιδανικά στην κοσμοθέασή τους, αποτελεί την βασική αιτία που τόσο εύκολα πλανώνται, θεωρώντας συνήθως ότι όποιος πιστεύει στην Ελευθερία πιστεύει και στο Έθνος, αλλά και το αντίθετο.

Ζητείται απλά εκείνος ο ηγέτης που πιστεύει χωρίς συμβιβασμούς σ’ αυτές τις δύο αξίες. Ο άνθρωπος, που θα βγάλει τον χώρο αυτό από το περιθώριο και δεν θα τον χρησιμοποιήσει για να βγει αυτός από αυτό. Ο μπροστάρης, που θα οργώσει το χωράφι της δεξιάς από τα παράσιτα και θα τον καλλιεργήσει με ιδέες, φαντασία, προοπτική και αισθητική, ξηλώνοντας μια για πάντα τα παράσιτα και δημιουργώντας μία παρακαταθήκη για το τόσο αβέβαιο μέλλον των παιδιών μας.

Γιατί το μέλλον της Ελλάδος μοιάζει πιο ζοφερό από ποτέ την ώρα που στον ορίζοντα ξεπροβάλλουν η πείνα, η δυστυχία, ο πόλεμος και ο αφανισμός μας ως έθνος. Και γιατί το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας μας, κάνει τα πάντα για να μας πείσει ότι όλα αυτά δεν τα αντιλαμβάνεται ή δεν τα αντιλαμβάνεται ως κίνδυνο, καθώς δεν πιστεύει στο έθνος.